γλαυκώδης

γλαυκ-ώδης, ες,
A of the owl kind, Arist.HA504a26.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλαυκώδης — ες (Α γλαυκώδης, ες) νεοελλ. αυτός που έχει χρώμα γλαυκό ή προς το γλαυκό αρχ. φρ. «οἱ γλαυκώδεις τῶν ὀρνίθων» πτηνά τα οποία ανήκουν στην ίδια οικογένεια με τη γλαύκα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γλαυξ, με την αρχαία σημ. και < γλαυκός, με τη νεοελλ. σημ.] …   Dictionary of Greek

  • γλαυκώδεις — γλαυκώδης of the owl kind masc/fem acc pl γλαυκώδης of the owl kind masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.